Ψυχολογικά χαρακτηριστικά ασθενών με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και η μεταβολή τους σε πρόγραμμα πνευμονικής αποκατάστασης
Bibliographic record
Abstract
Η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) είναι μια νοσολογική οντότητα, που μπορεί να προληφθεί και η οποία χαρακτηρίζεται από απόφραξη των αεραγωγών, που δεν είναι πλήρως αναστρέψιμη. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ΧΑΠ παρουσιάζει μια ανησυχητική συνεχή αύξηση, λόγω της αύξησης των ποσοστών των καπνιστών και των δημογραφικών αλλαγών σε πολλές χώρες. Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια συνεχίζει να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα υγείας αλλά και σημαντική οικονομική επιβάρυνση στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε όλο τον κόσμο. Η πρόβλεψη για το 2020 δείχνει ότι η ΧΑΠ θα είναι η τρίτη κύρια αιτία θανάτου σε όλο τον κόσμο, από έκτη το 1990, ενώ θα ανέλθει στην πέμπτη θέση ως αίτιο αναπηρίας από την 12η. Αν και η ΧΑΠ επηρεάζει κυρίως τους πνεύμονες, υπάρχουν πολυάριθμες συστηματικές εκδηλώσεις που σχετίζονται με αυτή τη νόσο μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται εκδηλώσεις από την ψυχική σφαίρα όπως το άγχος και η κατάθλιψη.Η πνευμονική αποκατάσταση είναι μια ολιστική θεραπευτική προσέγγιση των ασθενών με ΧΑΠ και ένα πλήρες πρόγραμμα αποκατάστασης στοχεύει στη βελτίωση των συστηματικών διαταραχών. Ένα πρόγραμμα αποκατάστασης διαρκεί περί τους 3 μήνες (2-3 συνεδρίες εβδομαδιαίως). Οι επιμέρους δραστηριότητες που αποτελούν ένα τέτοιο πρόγραμμα περιλαμβάνουν ενημέρωση και εκπαίδευση, αναπνευστική φυσικοθεραπεία, και άσκηση αναπνευστικών μυών, αερόβια άσκηση σε εργομετρικό ποδήλατο και σε κυλιόμενο διάδρομο και ενδυνάμωση μυϊκών ομάδων.Σήμερα το κύριο έλλειμμα στην διεθνή βιβλιογραφία, σε σχέση με την εξέταση των ψυχοκοινωνικών παραμέτρων της ΧΑΠ αφορά αφενός μεν στον περιορισμένο αριθμό χαρακτηριστικών που ελέγχονται, αλλά κυρίως στην έλλειψη μέτρησης της επίδρασης των προγραμμάτων πνευμονικής αποκατάστασης στα ψυχολογικά συμπτώματα.Υπόθεση – Στόχοι. Σκοπός της έρευνας είναι η διερεύνηση των ψυχολογικών χαρακτηριστικών Ελλήνων ασθενών με Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια, και η αξιολόγηση των πιθανών μεταβολών των ψυχολογικών χαρακτηριστικών που προκύπτουν μετά από την παρακολούθηση ενός προγράμματος πνευμονικής αποκατάστασης. Ουσιαστικά, καλούμαστε να διερευνήσουμε δυο αρχικές υποθέσεις: Εάν οι ασθενείς με ΧΑΠ παρουσιάζουν υψηλότερες τιμές ψυχοπαθολογίας σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό και Εάν τα ψυχολογικά συμπτώματα που συνδέονται με την νόσο μπορούν να τροποποιηθούν μέσααπό ένα πρόγραμμα πνευμονικής αποκατάστασης.Υλικό- μέθοδος. Η μελέτη διεξήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών «Η ΣΩΤΗΡΙΑ» στο τμήμα αποκατάστασης ΧΑΠ της τρίτης πνευμονολογικής κλινικής.Η χρονική διάρκεια της εργασίας αφορούσε τα έτη 2008-2012.Το δείγμα της μελέτης αποτελούσαν ασθενείς στους οποίους είχε τεθεί διάγνωση ΧΑΠ, και η οποία διάγνωση δεν επιπλέκοταν με κάποια άλλη χρόνια νόσο. Στους ασθενείς οι οποίοι εντάχθηκαν στο πρόγραμμα πνευμονικής αποκατάστασης, καταμετρήθηκαν τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά πριν την έναρξη της διαδικασίας και μετά την ολοκλήρωση. Το συνολικό δείγμα της μελέτης αποτελείται από 144 ασθενείς από τους οποίους 43 δεν ολοκλήρωσαν το πρόγραμμα αποκατάστασης.Η μέτρηση των ψυχολογικών και ψυχοκοινωνικών χαρακτηριστικών των ασθενών με ΧΑΠ βασίστηκε σε σταθμισμένες στον γενικό πληθυσμό κλίμακες και ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς. Συγκεκριμένα χρησιμοποιήθηκαν τα εξής ερωτηματολόγια:1. Ερωτηματολόγιο κατάθλιψης BDI (Beck Depression Inventory).2. Ερωτηματολόγιο άγχους του Spielberger.3. Ερωτηματολόγιο αλεξιθυμίας TAS-20 (Toronto Alexithymia Scale).4. Ερωτηματολόγιο Εσωτερικής Συγκρότησης Antonovsky.5. Ερωτηματολόγιο οικογενειακής υποστήριξης (το οποίο σταθμίστηκε σε ελληνικό πληθυσμό για τις ανάγκες της παρούσης μελέτης).6. Ερωτηματολόγιο Ενεργειακής εξάντλησης (Μaastricht questionnaire).7. Ερωτηματολόγιο καταγραφής γενικής ψυχοπαθολογίας SCL-90R.Σε ειδικό πρωτόκολλο που διαμορφώθηκε καταγράφονταν: Το φύλο, η ηλικία, τα έτη εκπαίδευσης, η βαρύτητα της νόσου, όπως καθορίζεται από τις τιμές των τελευταίων αναπνευστικών δοκιμασιών βάσηGOLD, και τα έτη νόσου. Αποτελέσματα. Στη μελέτη περιλαμβάνονται 144 ασθενείς από τους οποίους οι 43 (29,9%) δεν ολοκλήρωσαν το πρόγραμμα και στους οποίους δεν έγινε τελική αξιολόγηση.Στην αρχική αξιολόγηση συμμετείχαν 112 (77,8%) άνδρες και 32 (22,2%) γυναίκες.Το δείγμα δεν διέφερε στατιστικά συγκρινόμενο με τον γενικό πληθυσμό ασθενών με ΧΑΠ στην Ελλάδα ως προς το φύλο (x2 >0,05) και την ηλικία (T-test p>0,05).Αρχική Αξιολόγηση.Ο μέσος όρος στη BDI παρουσιάστηκε στατιστικά μεγαλύτερος έναντι του μέσου όρου που παρατηρείται στον γενικό πληθυσμό (11,61 έναντι 5,86 sample t-test p<0.01). Το ίδιο ισχύει και στο άγχος όπου ο μέσος όρος άγχους των ασθενών ήταν μεγαλύτερος, τόσο στους άνδρες έναντι του γενικού ανδρικού ελληνικού πληθυσμού (39,81 έναντι 34.54), όσο και στις γυναίκες έναντι του γυναικείου ελληνικού πληθυσμού (44,47 έναντι 37.47 sample t-test p<0.01). Πολύ μεγαλύτερος εμφανίστηκε και ο μέσος όρος της ενεργειακής εξάντλησης στους ασθενείς με ΧΑΠ έναντι του γενικού πληθυσμού (19,55 έναντι 15 sample t-test p<0.01). Ο μέσος όρος οικογενειακής υποστήριξης των ασθενών ήταν μεγαλύτερος, τόσο στους άνδρες έναντι του γενικού ανδρικού ελληνικού πληθυσμού(55,31 έναντι 51,43), όσο και στις γυναίκες έναντι του γυναικείου ελληνικού πληθυσμού (51,37 έναντι 47,21). Η εσωτερική συγκρότηση των ασθενών ήταν στατιστικά μεγαλύτερη του γενικού πληθυσμού(64,3 έναντι 60).Στην κλίμακα SCL-90R το 55,6% των ασθενών παρουσίασε παθολογικά ευρήματα. Υψηλοτέρα ποσοστά παρατηρήθηκαν στην κατάθλιψη (36,1%), στην σωματοποίηση (33,3%), στον ψυχαναγκασμό (30,65%) και στο άγχος (23,7%) ενώ τα μικρότερα στον ψυχωτισμό (4,9%), στο φοβικό άγχος (12,9%) και στον παρανοειδή ιδεασμό (16,7%).Οι γυναίκες ασθενείς με ΧΑΠ παρουσίασαν σε σχέση με τον ανδρικό πληθυσμό υψηλότερο μέσο όρο στην κλίμακα άγχους (STAI: t test p<0,05 ) και στην κλίμακα κατάθλιψης (BDI: t test p<0,05) ενώ στατιστικά μικρότερη τιμή παρουσίασαν στην αίσθηση οικογενειακής υποστήριξης (FS: t test p<0,05).Συγκρινόμενοι με έλεγχο ANOVA οι μέσοι όροι των ψυχολογικών χαρακτηριστικών δεν παρουσιάζουν στατιστική διαφορά ως προς τις ομάδες βαρύτητας (ANOVA p>0,05). Δηλαδή και οι τέσσερεις ομάδες βαρύτητας είχαν παρόμοια κατάθλιψη, άγχος, οικογενειακή υποστήριξη, εσωτερική συγκρότηση και ενεργειακή εξάντληση.Από την εξέταση συσχετίσεων με Pearson Correlation δεν ανευρέθηκε συσχέτιση της FV1% με την Αλεξιθυμία, Ενεργειακή Εξάντληση, Κατάθλιψη, Άγχος, και Εσωτερική Συγκρότηση (PearsonCorrelation p>0,05). Αντίθετα ήπια αρνητική συσχέτιση παρουσίασε με την Οικογενειακή Υποστήριξη(Pearson Correlation p<0,05, r=-0,209).Με βηματική πολλαπλή παλινδρόμηση η διακύμανση της κατάθλιψη βρέθηκε να ερμηνεύεται κατά 65% από το άγχος, 9% από την ενεργειακή εξάντληση και επιπρόσθετα 2% από την εσωτερική συγκρότηση ενώ η οικογενειακή υποστήριξη και η αλεξιθυμία δεν συμμετείχαν στατιστικά σημαντικά.Η διακύμανση του άγχους ερμηνευόταν ασφαλώς κατά 65,95 % από την κατάθλιψη, κατά 3% από την ενεργειακή εξάντληση και κατά 1,7% από την οικογενειακή υποστήριξη ενώ η εσωτερική συγκρότηση και η αλεξιθυμία δεν συμμετείχαν στατιστικά σημαντικά.Τελική Αξιολόγηση. Στην τελική αξιολόγηση παρέμειναν 80 άνδρες και 21 γυναίκες.Στο σύνολο των ασθενών που ολοκλήρωσαν το πρόγραμμα, ο μέσος όρος της κατάθλιψης,παρουσιάστηκε στατιστικά μικρότερος μετά τη λήξη του προγράμματος αποκατάστασης.Κατά την αρχική μέτρηση, ο μέσος όρος κατάθλιψης στην BDI για το σύνολο του δείγματος που ολοκλήρωσε το πρόγραμμα ήταν 10.7, στατιστικά μεγαλύτερος (sample t-test p<0.05) από τον αντίστοιχο (5.86) που εμφανίζεται στο γενικό πληθυσμό. Αντίστοιχα, κατά την τελική μέτρηση ο μέσος όρος ήταν 6.33, μη διαφοροποιούμενος στατιστικά από τον αντίστοιχο στο γενικό πληθυσμό (sample t-test p>0.05). Ως προς το ποσοστό των ασθενών που παρουσίαζαν καταθλιπτική συμπτωματολογία (BDI > 9) στην αρχική μέτρηση ήταν 47.5% (48 ασθενείς) και στην τελική 14.9%(15 ασθενείς), μείωση στατιστικά σημαντική (x2 p<0.05).Ο μέσος όρος άγχους στους ασθενείς που παρακολούθησαν το πρόγραμμα μειώθηκε στατιστικά κατά την τελική αξιολόγηση (Paired T-test p<0.01). Το ίδιο ισχύει και για τις υποομάδες (κατά στάδιο νόσου) των ασθενών (Paired T-test p<0.05). Ελέγχοντας τους επί μέρους μέσους όρους μεταβολής των ομάδων βαρύτητας, στο άγχος δεν διαπιστώθηκε στατιστική διαφορά (ANOVA p>0.05). Η μεταβολή στο άγχος δεν ήταν διαφορετική μεταξύ ανδρών και γυναικών (T-test p>0.05).Ως προς το άγχος, επίσης παρατηρήθηκαν κατά την αρχική μέτρηση μέσοι όροι μεγαλύτεροι των αντίστοιχων του γενικού πληθυσμού. Συγκεκριμένα, ο γυναικείος πληθυσμός του δείγματος παρουσίαζε μέσο όρο άγχους 42.62 (έναντι 37.47 του γενικού γυναικείου πληθυσμού, sample t-test p<0.01), ενώ οι άνδρες του δείγματος εμφάνισαν μέσο όρο 38.87 (έναντι 34,54 του γενικού ανδρικού πληθυσμού,sample t-test p<0.01). Στην τελική μέτρηση ο μέσος όρος άγχους στις γυναίκες μειώθηκε στο 36.29 και στους άνδρες στο 33.4, τιμές που δεν διαφέρουν στατιστικά από τον γενικό πληθυσμό (sample t-testp>0.05). Το ποσοστό των γυναικών με κλινικά σημαντική αγχώδη συμπτωματολογία (STAI >45) στην αρχική μέτρηση ήταν 47.6%, ενώ στην τελική μειώθηκε στο 19% (x2 p<0.05). Στον ανδρικό πληθυσμό το ποσοστό ασθενών με κλινικά σημαντική αγχώδη συμπτωματολογία (STAI >43) κατά την έναρξη του προγράμματος ήταν 25% και μειώθηκε στο 12,5% (x2 p<0.05) κατά τη λήξη του.Σημαντικές μεταβολές παρουσιάστηκαν κατά την τελική μέτρηση στις κλίμακες της SCL-90R.Μεταβολές παρουσιάστηκαν τόσο στον μέσο όρο των κλιμάκων όσο και στα ποσοστά των ασθενών που παρουσίαζαν παθολογικές τιμές. Η μεταβολή στο μέσο όρο στην τελική μέτρηση μετά την αποκατάσταση ήταν στατιστικά σημαντική για όλες τις παραμέτρους της SCL-90R (T test paired,p<0.05) εκτός από τις κλίμακες ψυχωτισμού και παρανοειδούς ιδεασμού στις οποίες δεν παρουσιάστηκε μεταβολή (T test paired , p>0.05).Στατιστικά σημαντική μείωση παρατηρήθηκε στην τελική αξιολόγηση τόσο στην κλίμακα ενεργειακής εξάντλησης όσο και στην κλίμακα αλεξιθυμίας (T test paired , p<0.5). Αντίθετα στατιστικά σημαντική αύξηση εμφανίστηκε στις κλίμακες εσωτε
Fetched live from OpenAlex and de-inverted. Abstracts are not stored in this database: the inverted indexes are 8.6 GB of the frame’s 9.3 GB of text, and the host has 13 GB free.
How this classification was reachedexpand
Full frame machine prediction
Teacher imitationNot calibrated prevalence, not ground truth. Human validation pending. The Gemma side is a direct model label for every work in the frame, read from the title-only record. The Codex side is a classifier learned from the 10,348 direct Codex labels and calibrated to design-weighted sample rates; fields without enough sample support carry no Codex call. Candidate is the union of the two sides; consensus is their intersection. These outputs are machine_predicted_unvalidated and are not human labels.
Distilled classifier scores by category (both heads)
| Category | Codex | Gemma |
|---|---|---|
| Metaresearch | 0.002 | 0.008 |
| Meta-epidemiology (narrow) | 0.001 | 0.001 |
| Meta-epidemiology (broad) | 0.001 | 0.001 |
| Bibliometrics | 0.001 | 0.001 |
| Science and technology studies | 0.003 | 0.003 |
| Scholarly communication | 0.007 | 0.006 |
| Open science | 0.001 | 0.003 |
| Research integrity | 0.003 | 0.003 |
| Insufficient payload (model declined to judge) | 0.104 | 0.038 |
Machine scores (provisional)
The two teacher heads of the student model, read on this work. A score orders the frame for review; it never asserts a category, and the validation status ships verbatim with every row.
Baseline scores from an immature model (maturity gate not passed, 7 training rounds). Scores rank; they never assert a category.
score_only:v0-immature-baseline · verbatim from the scoring run: score_only means the number may rank works, and no category label ships from itClassification
machine, unvalidatedMachine predicted; a candidate call from one source (direct Gemma or distilled Codex), not a consensus.
How this classification was reached, model by model and score by score, is at the end of the page under "How this classification was reached".